αντιλαλώ


αντιλαλώ
αντιλαλώ, αντιλάλησα βλ. πίν. 73

Τα ρήματα της νέας ελληνικής. 2013.

Look at other dictionaries:

  • αντιλαλώ — (Α ἀντιλαλῶ, έω) νεοελλ. ανακλώ τον ήχο, αντηχώ 2. απηχώ (αμτβ. και μτβ.) 3. συμφωνώ αρχ. αντιλέγω ή ομιλώ εναντίον κάποιου …   Dictionary of Greek

  • αντιλαλώ — λάλησα, αντηχώ, βουίζω: Όταν σχολούσαμε το μεσημέρι, το χωριό αντιλαλούσε από τις φωνές μας …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • λαλώ — έω και άω (AM λαλῶ, έω) 1. λέγω (α. «εἶπα καὶ ἐλάλησα ἁμαρτίαν οὐκ ἔχω» β. «αὐτοῡ ἀκούσεσθε κατὰ πάντα ὅσα ἄν λαλήσῃ πρὸς ὑμᾱς», ΚΔ) 2. έχω έναρθρο λόγο, ομιλώ, εκφράζομαι προφορικά («λαλεῑ οὐθὲν τῶν ἄλλων ζῴων πλὴν ἀνθρώπου», Αριστοτ.) 3. (για… …   Dictionary of Greek

  • συνεπηχώ — έω, Α 1. ψάλλω μαζί ή από κοινού με άλλον, συνοδεύω κάποιον που τραγουδάει («ἐξήρχεν αὐτὸς παιᾱνα... oἱ δὲ θεοσεβῶς... συνεπήχησαν μεγάλῃ τῇ φωνῇ», Ξεν.) 2. μτφ. βρίσκομαι σε συμφωνία, σε αντιστοιχία με κάποιον ή με κάτι 3. αντηχώ, αντιλαλώ («ὁ… …   Dictionary of Greek

  • ανταλαλάζω — (Α ἀνταλαλάζω) αντηχώ, αντιλαλώ αρχ. ανταποκρίνομαι με αλαλαγμό στον αλαλαγμό συμμάχων ή συστρατιωτών …   Dictionary of Greek

  • ανταποδίδω — κ. δίνω κ. δώνω (AM ἀνταποδίδωμι, Μ κ. δίνω) 1. αποδίδω σε κάποιον το καλό ή το κακό που μου έκανε 2. (για τον θεό) παρέχω ανταμοιβή ή τιμωρώ αρχ. μσν. πληρώνω χρέος αρχ. 1. επιστρέφω κάτι 2. εκδικούμαι 3. αντισταθμίζω κάτι με κάτι άλλο 4. δίνω… …   Dictionary of Greek

  • αντηχώ — (AM ἀντηχῶ, έω) ανακλώ ήχο, αντιλαλώ νεοελλ. ηχώ, ακούγομαι αρχ. 1. αφιερώνω τραγούδι σε κάποιον ή τραγουδώ για κάποιο γεγονός 2. (για μουσικές χορδές) κάνω αντήχηση 3. εκφράζω αντίθεση με φωνές 4. αντιλέγω …   Dictionary of Greek

  • αντιβογγώ — βογγώ ή βουίζω κι εγώ, αντηχώ, αντιλαλώ …   Dictionary of Greek

  • αντιβουίζω — βουίζω κι εγώ, αντηχώ, αντιλαλώ …   Dictionary of Greek

  • αντιβοώ — (Α ἀντιβοῶ, άω) αντηχώ, αντιλαλώ αρχ. αποκρίνομαι φωναχτά …   Dictionary of Greek